Τρίτη, 29 Μαΐου 2012

ιστορική αναδρομή

Μιά ενδιαφέρουσα ιστορική αναδρομή, η οποία σχετίζεται με την Άλωση της Κων/πόλεως (29 Μαϊου 1453)


«ΡΩΜΑΝΙΑ, Η ΓΗ ΤΩΝ ΖΩΝΤΩΝ»
                                                                            του Νεκτάριου Δαπέργολα
                                                                               Διδάκτορα Βυζαντινής Ιστορίας του Α.Π.Θ.
      Πλησιάζει και πάλι η επέτειος μιας ημέρας κατά την οποία κλείνει με τον πλέον τραγικό τρόπο το πιο θεμελιώδες ίσως κεφάλαιο της Ιστορίας μας. Μία εκπληκτική περίοδος 11 αιώνων, κατά την οποία ο παρηκμασμένος Ελληνισμός της Ύστερης Αρχαιότητας αποκτά νέα πνοή, αναδιαμορφώνεται, αναβαπτίζεται μέσα στην ορθόδοξη καινή κτίση, αναβαπτίζοντας ταυτόχρονα και ωθώντας σε πρωτόγνωρα ύψη και τη σοφία των προγόνων του. Όλα αυτά μέσα σε μια Αυτοκρατορία, που ξεκινά τον 4ο αι. ως απλή συνέχεια της Ρώμης και 4 αιώνες αργότερα είναι πια ένα κράτος εξολοκλήρου ελληνικό.
     Ο λόγος για την αποκαλούμενη «Βυζαντινή Αυτοκρατορία». Και θα διευκρινίσω εξαρχής ότι αυτός ο όρος δεν έχει φυσικά καμία σχέση με την ιστορική πραγματικότητα, αλλά αποτελεί επιστημονικό νεολογισμό, που εμφανίστηκε με προφανώς υποτιμητικό πρόσημο τον 18ο αι. στη Γερμανία και καθιερώθηκε έκτοτε διεθνώς, ως διακριτικός της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, έναντι κυρίως του κράτους του Καρλομάγνου που σφετερίστηκε την πολιτική κληρονομιά της Ρώμης. Οι κάτοικοι όμως της Αυτοκρατορίας ποτέ δεν ονόμασαν τους εαυτούς τους Βυζαντινούς. Μέχρι το τέλος αυτοαποκαλούνταν Ρωμαίοι - και τελικά επί το λαϊκότερον Ρωμηοί - ενώ το κράτος τους το αποκαλούσαν Βασιλεία των Ρωμαίων ή Ρωμανία. Επειδή όμως ο όρος δυστυχώς χρησιμοποιείται ακόμη κατά κόρον, θα μου επιτρέψετε κατά παραχώρησιν να τον χρησιμοποιήσω κι εγώ σήμερα κάποιες φορές - μόνο και μόνο για να αποφύγουμε κάποιες ασυνεννοησίες.
     Το κράτος λοιπόν αυτό, το λεγόμενο βυζαντινό, δεν είναι τυπικά παρά η συνέχεια του ρωμαϊκού. Η επιλογή ωστόσο του Μεγάλου Κωνσταντίνου να χτίσει μια νέα πρωτεύουσα και να φύγει από τη Ρώμη, ισοδυναμεί με κάτι πολύ σπουδαιότερο από μία απλή αλλαγή έδρας. Η εγκατάλειψη της πανάρχαιης πόλης, της τόσο βαθιά συνδεδεμένης με την ειδωλολατρία και τόσο ανεπανόρθωτα βυθισμένης στη διαφθορά, δείχνει την απόφαση του μεγάλου αυτού αυτοκράτορα να ξεκινήσει πάλι από την αρχή τον κύκλο ζωής της αυτοκρατορίας. Και η επιλογή ενός γεωγραφικού χώρου, όπου κυριαρχούσαν ο ελληνικός πολιτισμός και η χριστιανική πίστη, δείχνει βεβαίως και τις νέες υγιείς δυνάμεις στις οποίες σκόπευε να βασιστεί. Παρότι λοιπόν τίποτε ιδιαίτερο δεν δείχνει αρχικά να αλλάζει και το κράτος παραμένει επίσημα λατινικό, ήδη από μόνη της η αλλαγή της πρωτεύουσας δρομολογεί τη διαδικασία του εξελληνισμού του. Στους επόμενους αιώνες αυτό γίνεται όλο και πιο σαφές, σε μια περίοδο πάντως γεμάτη μεγάλες περιπέτειες, που συχνά απειλούν την ίδια την ύπαρξή του. Παρά τις εξωτερικές όμως δοκιμασίες που γνωρίζει από ισχυρούς εχθρούς, όπως οι Ούννοι, οι Άβαροι, οι Πέρσες, οι Άραβες, οι Βούλγαροι, και ακόμη παρά τις εσωτερικές δοκιμασίες που τη συγκλονίζουν, με αποκορύφωμα την Εικονομαχία, η Αυτοκρατορία επιβιώνει, ανθίσταται και με μια συνεχή ανοδική πορεία φτάνει τον 10ο αι. στο απόγειο της ακμής της. Στα χρόνια του κορυφαίου της αυτοκράτορα, του Βασιλείου του Β΄, είναι η ισχυρότερη αυτοκρατορία πάνω στη Γη. Η ισχυρότερη οικονομικά και στρατιωτικά, αλλά και η πιο προηγμένη πολιτιστικά, με μία εκπληκτική άνθηση των επιστημών, των τεχνών και των γραμμάτων.
    Σύντομα όμως αρχίζει η παρακμή. Μετά τον θάνατο του Βασιλείου το έτος 1025, ανεβαίνει στον θρόνο μια σειρά ανίκανων αυτοκρατόρων, που δεν αντιλαμβάνονται τον κίνδυνο από την εμφάνιση νέων εχθρών, όπως οι Τούρκοι. Κυρίως όμως δεν ενδιαφέρονται να περιορίσουν τους μεγάλους γαιοκτήμονες, που απορροφούν έτσι τη μικρή γεωκτησία. Η εξαφάνιση των ελεύθερων αγροτών, που ήταν η βάση του στρατού, έχει ως βαρύτατη συνέπεια την αμυντική εξασθένηση της Αυτοκρατορίας, αλλά επιφέρει πλήγμα και στην οικονομία, που κατά κύριο λόγο ήταν αγροτική.
     Μετά από μία τελευταία αναλαμπή υπό τη Δυναστεία των Κομνηνών, η βαθιά οικονομική και στρατιωτική κρίση είναι πλέον έκδηλη και επισφραγίζεται με την Άλωση της Πόλης από τους Σταυροφόρους το 1204. Ένα συντριπτικό πλήγμα, από το οποίο δεν θα ανακάμψει ποτέ όχι μόνο η φρικωδώς λεηλατημένη πρωτεύουσα, αλλά και ολόκληρη η Αυτοκρατορία. Οι Σταυροφόροι στη συνέχεια τη διαμελίζουν, ενώ ο Ελληνισμός διασώζεται στα 3 ελληνικά κράτη της Ηπείρου, της Τραπεζούντας και της Νίκαιας, η οποία αποτελεί και την αυθεντική διάδοχη κατάσταση του Βυζαντίου, καθώς εκεί καταφεύγουν ο αυτοκράτορας και ο πατριάρχης. Στα επόμενα χρόνια βέβαια η Νίκαια αναπτύσσεται και τελικά, το 1261, κατορθώνει να ανακαταλάβει την Κωνσταντινούπολη. Η παλιά αίγλη όμως έχει πια οριστικά χαθεί.
    Αυτή η τελευταία περίοδος, ως το 1453, είναι μία εποχή τεράστιας κρίσης. Το κράτος της Νίκαιας με την περιορισμένη του έκταση είχε κατορθώσει, βασισμένο στους επαρχιακούς πληθυσμούς, να αναπτυχθεί και να ακμάσει. Η μεταφορά όμως πλέον του κέντρου βάρους και πάλι στην Κωνσταντινούπολη και η ανακατάληψη του ελλαδικού χώρου, γέμισε το κράτος με νέες ευθύνες και τυπικά το επιφόρτισε ξανά με τον παλαιό του κοσμοκρατορικό ρόλο, στον οποίο όμως ουσιαστικά δεν μπορούσε πια να ανταποκριθεί. Έτσι, μετά τα τέλη του 13ου αι. η παρακμή είναι πλέον ραγδαία. Αυτό συμπίπτει με την εμφάνιση και την άνοδο των Οθωμανών, που έσπευσαν βεβαίως να εκμεταλλευτούν αυτή την παρακμή.
     Οι Οθωμανοί ήταν μία τουρκική ορδή, που γύρω στο 1300, ίδρυσε ένα νέο ισχυρό κράτος, με πρωτεύουσα την Προύσα. Αφού κατέλαβαν τα τελευταία βυζαντινά εδάφη στη Μ.Ασία, μετά το 1350 πέρασαν στην Ευρώπη και σύντομα ολόκληρη σχεδόν η παλαιά Αυτοκρατορία βρισκόταν πλέον στα χέρια τους. Στην κυριαρχία του άλλοτε πανίσχυρου κράτους απέμενε πια μόνο η Πελοπόννησος και η ίδια η Βασιλεύουσα, που όμως ήταν εδαφικά κυκλωμένη από τα τουρκικά στίφη και η πτώση της ήταν πλέον θέμα χρόνου.
     Το τέλος ήρθε, όταν στον θρόνο του σουλτανάτου ανέβηκε ο νεαρός Μωάμεθ Β'. Ο στρατός του αποτελούνταν από 200.000 στρατιώτες, από αναρίθμητα ακόμη στίφη ατάκτων, αλλά κι από ένα οργανωμένο πυροβολικό με γιγάντια ορειχάλκινα κανόνια. Η Κωνσταντινούπολη αντίθετα, δεν ήταν πλέον παρά μία άθλια σκιά του ένδοξου παρελθόντος της. Η άλλοτε μυθική πόλη, που στην ακμή της συγκέντρωνε τον απίστευτο για τα τότε δεδομένα πληθυσμό 1.000.000 ανθρώπων, δεν είχε συνέλθει ποτέ από το μανιασμένο πέρασμα των Σταυροφόρων. Γεμάτη ερείπια και τεράστιες εκτάσεις εντελώς ακατοίκητες πλέον, το 1453 κατοικούνταν από μόλις 50.000 ψυχές. Κι ανάμεσά τους μόνο οι 5.000 ήταν στρατιώτες, ενώ υπήρχαν ακόμη και 2.000 Γενουάτες και Βενετοί. Τα μεγέθη λοιπόν ήταν εντελώς άνισα. Και ούτε και τα περίφημα τείχη της μπορούσαν πια να τη σώσουν, γιατί αυτά ήταν παλιά και ανίκανα να αντισταθούν για πολύ στα τεράστια βλήματα των τουρκικών κανονιών. Επιπλέον, είχαν μήκος πάνω από 22 χλμ και ήταν φανερό πως σε μια πολυμέτωπη τουρκική επίθεση, οι ελάχιστοι μάχιμοι άνδρες δεν θα μπορούσαν να τα υπερασπιστούν.
     Δεν θα αναφερθώ στα γεγονότα της μεγάλης πολιορκίας, νομίζω πως λίγο-πολύ σας είναι γνωστά. Θα μου επιτρέψετε μόνο να σταθώ σε δύο επιμέρους περιστατικά, αποτίοντας φόρο τιμής στη μεγάλη τραγική μας επέτειο. Το πρώτο έλαβε χώρα την 21η Μαΐου. Είχαν ήδη κυλήσει 50 μέρες πολιορκίας και όλα ήταν δυσοίωνα. Μες στην πόλη ήταν πλέον ιδιαίτερα αισθητή η έλλειψη τροφίμων, οι πολεμιστές είχαν κουραστεί από τις εχθρικές επιθέσεις, ενώ ο συνεχής επί εβδομάδες βομβαρδισμός εξάντλησε εντελώς και τον υπόλοιπο πληθυσμό, καθώς άντρες, γυναίκες, παιδιά, ιερείς και μοναχοί προσπαθούσαν να αποκαταστήσουν τις πολυάριθμες ρωγμές του τείχους. Τότε ο σουλτάνος έστειλε πρέσβη, ζητώντας την παράδοση της πόλης με την υπόσχεση να επιτρέψει στον Αυτοκράτορα και σε όσους το επιθυμούσαν να φύγουν με τα υπάρχοντά τους. Η απάντηση όμως του Κωνσταντίνου ήταν συγκλονιστικά μεγαλειώδης. «Ούτε σε μένα, ούτε σε κανέναν άλλον από τους κατοίκους της Πόλης, δεν ανήκει το δικαίωμα να σου τη δώσουμε. Κοινή μας απόφαση είναι με τη θέλησή μας να πεθάνουμε όλοι και να μη λογαριάσουμε τη ζωή μας». «Κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών».
     Ποια είναι άραγε αυτή η δύναμη που ωθεί τον καταδικασμένο αυτοκράτορα να επιλέξει συνειδητά τη θυσία, ενώ του δίνεται η ευκαιρία να σώσει τη ζωή και την περιουσία του; Νομίζω ότι πολύ απλά, εκείνη τη δραματική στιγμή ο Παλαιολόγος κουβαλάει στις πλάτες του 25 ολόκληρους αιώνες. Κουβαλάει στις πλάτες του έναν ολόκληρο λαό που ποτέ του δεν ανέχτηκε να ζήσει σκλαβωμένος, τον ίδιο λαό που κάποτε δεν έδωσε γη και ύδωρ στους Πέρσες, τον ίδιο λαό που πολλούς αιώνες μετά κραύγασε: «Ελευθερία ή Θάνατος». Δεν είναι τελικά η ίδια απάντηση που έδωσε ο Λεωνίδας στον Ξέρξη, οι Σουλιώτισσες στο Ζάλογγο, ο Παπαφλέσσας στο Μανιάκι, ο μητροπολίτης Χρυσόστομος στη Σμύρνη, ο Γρηγόρης Αυξεντίου στους Άγγλους ή ακόμη και ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος στους Γερμανούς κατακτητές; Είναι αυτό ακριβώς. Η ίδια γελοία και ανισόρροπη απόφαση, για τα δεδομένα ενός σημερινού ορθολογιστή, που θα αδυνατούσε φυσικά να καταλάβει ότι είναι φορές που τελικά μπορείς να ζήσεις, μονάχα πεθαίνοντας. Να ζήσεις, θανάτω θάνατον πατήσας. Η ίδια παλαβή απόφαση ενός δια τον Χριστόν και δια το Έθνος σαλού, που και τίποτε άλλο να μη γνωρίζαμε από τη Βυζαντινή Ιστορία, θα ήταν από μόνη της αρκετή για να τεκμηριώσει πως αυτός ο λαός του Λεωνίδα, του Αλέξανδρου, του Μακρυγιάννη και του Πλαστήρα, ο ίδιος ουσιαστικά λαός ήταν εκεί και το 1453. Ο ίδιος και όχι άλλος.
     Το δεύτερο σημείο που θα σταθώ είναι ο επίλογος της ομιλίας που έβγαλε ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, στις 28 Μαΐου, μέσα στην Αγία Σοφία. Ο αυτοκράτορας, αφού  προέτρεψε τον λαό να αντισταθεί με αυταπάρνηση, είπε: «Εάν ειλικρινά το πράξετε, ελπίζω ότι, με τη βοήθεια του Θεού, θα αποφύγουμε τη δίκαιη τιμωρία Του, που κρέμεται από πάνω μας».
     Και αυτή η φράση του Κωνσταντίνου κατά κάποιον τρόπο συνοψίζει - θα τολμούσα να πω - όλη την προγενέστερη ιστορία της βυζαντινής κοινωνίας. Μιας κοινωνίας, που παρά τα ελαττώματά της, είχε ένα κεντρικό χαρακτηριστικό, που το κληροδότησε και στον μετέπειτα Ελληνισμό της Τουρκοκρατίας - και αυτό ήταν που θα τον κρατούσε ζωντανό μέσα στο σκοτάδι της σκλαβιάς. Ήταν μία κοινωνία θεοφοβούμενη, που είχε μέσα της κάτι πολύ σπουδαίο: την επίγνωση της αμαρτωλότητάς της. Το στοιχείο δηλαδή που είχαμε επί αιώνες, αλλά πλέον σήμερα, μέσα στη σκοτοδίνη του δήθεν εκσυγχρονισμού, έχει σχεδόν εκλείψει. Ο βυζαντινός πολίτης, είτε ήταν φωτισμένος άνθρωπος, είτε απλός άνθρωπος του λαού μ’ όλες τις προλήψεις του, είτε ακόμη και κάποιος που είχε διαπράξει εγκλήματα, είχε στις περισσότερες των περιπτώσεων ένα μεγάλο δώρο: είχε έλεγχο συνείδησης. Και αυτός ο έλεγχος ήταν που τον ωθούσε να γίνεται καλύτερος - ή τουλάχιστον να μη γίνεται χειρότερος. Που τον ωθούσε να φτάνει σε ύψη πνευματικά ή να μετανοεί και να αγωνίζεται ή έστω να μη γίνεται ένα ον απολύτως αποκτηνωμένο. Προσωπικά, είμαι βέβαιος ότι, όσα εγκλήματα κι αν διεπράχθησαν σ’ αυτό το τόσο παρεξηγημένο Βυζάντιο, η κοινωνία του απείχε έτη φωτός από τη σημερινή απόλυτη αποκτήνωση, από τον απολύτως ζοφερό μεσαίωνα του 20ού και 21ου αι. Από μια κοινωνία που υποτίθεται πως έγινε ανθρωποκεντρική και εν ονόματι της ανθρώπινης αξίας, διέπραξε τους πιο φριχτούς πολέμους και τις πιο αποτρόπαιες γενοκτονίες. Από μια κοινωνία που υποτίθεται πως αποθέωσε την πρόοδο και τη λογική και πριν αλέκτωρ λαλήση, παραδόθηκε εκουσίως στις σέχτες, τους αστρολόγους και τους αποκρυφιστές. Από μια κοινωνία υλιστικών ονειρώξεων, που καθαίρεσε τον Θεό ως σκοταδιστική πλάνη και στη θέση του κατασκεύασε αναρίθμητα χρυσά μοσχάρια, που τα προσκυνάει ευλαβικά, λέγοντας: «Αυτοί είναι οι θεοί σου, που σε έβγαλαν από την Αίγυπτο»…
      Στο παρεξηγημένο Βυζάντιο δεν υπάρχει φυσικά τίποτε από αυτά. Εκεί, όπως είπα, υπάρχει μία κοινωνία με τις πολλές βεβαίως αδυναμίες της, που όμως αγωνίζεται, έχει επίγνωση της ανεπάρκειας και της αμαρτωλότητάς της. Με λίγα λόγια, έχει ταπείνωση. Κι αυτή η ταπείνωση είναι εξαιρετικά ορατή κατά τους τελευταίους αιώνες, οπότε η σταδιακή κατάρρευση του κράτους διογκώνει την αίσθηση ότι το τέλος έρχεται - και έρχεται εξαιτίας του πλήθους των αμαρτιών. Μέχρι και το βλέμμα του Χριστού αλλάζει στις τοιχογραφίες της Ύστερης Παλαιολόγειας Περιόδου, γίνεται θλιμμένο και αυστηρό, δεν είναι πια ο γελαστός Χριστός με τα χαρούμενα ενδυματολογικά χρώματα του 10ου αι. Πολύ πριν έρθει το τέλος, το Γένος έχει πια ουσιαστικά συμφιλιωθεί μαζί του. Ξέρει πως κάποια στιγμή θα έρθει, ως θεία οργή και ως θεία δοκιμασία. Η ίδια όμως αίσθηση έχει ταυτόχρονα μέσα της εγγενώς συνυφασμένη και την ελπίδα. Μετά τον Σταυρό, υπάρχει πάντα η Ανάσταση. Όταν περάσει η δοκιμασία, εξαιτίας των αμαρτιών μας, θα βγει πάλι ο ήλιος. Γι’ αυτό και το Γένος μετά το 1453 δεν πρόκειται ν’ απελπιστεί ποτέ. Πριν καλά-καλά πέσει η Βασιλεύουσα, αυτό ήδη πλέον πιστεύει στην Ανάσταση. Και είναι ήδη πλέον έτοιμο να πράξει το απολύτως συγκλονιστικό: να αναχθεί πέρα ακόμη κι από τη σφαίρα της δέησης, πέρα ακόμη κι από το «Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς». Είναι έτοιμο να παρηγορήσει το ίδιο την Παναγιά, να της ζητήσει να μην κλαίει, γιατί «πάλι με χρόνους, με καιρούς, πάλι δικά μας θα ’ναι». Έχει άραγε κάτι να μας διδάξει το μεγαλείο αυτού του λαού, που σε λίγο η περιουσία, η τιμή και η ίδια η ζωή του, δεν θα ανήκε πια στον ίδιο, αλλά στις παρανοϊκές διαθέσεις ενός αλλόθρησκου και βάρβαρου κατακτητή; Έχει άραγε να διδάξει κάτι, σε μας τους σημερινούς επιγόνους του, που έχουμε το θράσος να απελπιζόμαστε, λόγω της οικονομικής κρίσης, να καταγράφουμε ρεκόρ στις αυτοκτονίες, να μας κυριεύει ο πανικός και η κατάθλιψη; Πού είναι το θάρρος μας, πού είναι η πίστη κι η ελπίδα μας;
     Ας ξαναγυρίσουμε όμως και πάλι σ’ εκείνη την αποφράδα Τρίτη. Τα χαράματα της 29ης Μαΐου, γύρω στις 2 το πρωί, εκδηλώθηκε η γενική τουρκική επίθεση, από 3 πλευρές συγχρόνως. Οι υπερασπιστές της Πόλης πολέμησαν για μια ακόμη φορά ηρωικά, δεν μπόρεσαν όμως να αντέξουν άλλο. Κι έτσι γράφτηκε ο τραγικός, αλλά και μεγαλειώδης επίλογος: επί 2 ολόκληρους μήνες, 7.000 στρατιώτες και μερικές εκατοντάδες αμάχων, αμύνθηκαν ηρωικά απέναντι στις λυσσαλέες επιθέσεις εκατοντάδων χιλιάδων εχθρών. Και τελικά έπεσαν όλοι τους, μέχρις ενός. Έπεσαν, γνωρίζοντας κατά βάθος ότι θα πέσουν. Γι’ αυτό τιμούμε τη σεπτή τους μνήμη και την ανάμνηση της θυσίας τους. «Τιμή σ’ εκείνους που στην ζωή τους όρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες» έγραψε κάποτε ο μέγας Καβάφης. «Και περισσότερη τιμή τούς πρέπει, όταν προβλέπουν πως οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε».
     Και φυσικά οι Μήδοι πράγματι διαβήκαν. Μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου, οι Τούρκοι όρμησαν μέσα στην πόλη, αρχίζοντας σφαγές και λεηλασίες, που κράτησαν 3 μερόνυχτα. Ο άμαχος πληθυσμός κατασφάχτηκε, οι εκκλησίες λαφυραγωγήθηκαν και βεβηλώθηκαν, οι ιδιωτικές περιουσίες έγιναν αντικείμενο αρπαγής. Έτσι, η Βασιλίδα των Πόλεων, το κλέος και το καύχημα των Ρωμαίων, λεηλατήθηκε μανιασμένα και ερημώθηκε ολοσχερώς. Και η Ορθόδοξη Αυτοκρατορία τους, η Ρωμανία, έπεσε και έπαψε πια να υπάρχει. Στη θέση της ιδρύθηκε η Οθωμανική, που λίγο αργότερα υπέταξε και τις υπόλοιπες ελληνικές περιοχές που είχαν μείνει ελεύθερες, την Πελοπόννησο και το 1461 το έσχατο ελληνικό προπύργιο, την Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας. Η πτώση του Ελληνισμού στη χειρότερη και πιο βίαιη σκλαβιά της Ιστορίας του ήταν πλέον ολοκληρωτική.
     Και βέβαια αποτελεί εξίσου θλιβερή διαπίστωση ότι αυτή η σκλαβιά κόβει τα φτερά του Ελληνισμού πάνω στη νέα του μεγάλη άνθηση. Γιατί είναι πραγματικά εντυπωσιακό το ότι όσο η Ρωμανία πολιτικά καταρρέει μετά τον 12ο αι., αυτή η κατάρρευση δεν επεκτείνεται και στον πνευματικό τομέα, όπου αντίθετα σημειώνεται μεγάλη ακμή σε όλους τους τομείς (τέχνη, γράμματα, μουσική) καθ’ όλη τη διάρκεια της λεγόμενης Παλαιολόγειας Περιόδου. Γιατί μιλάμε για έναν Ελληνισμό, που παρέμενε πάντα ζωντανός και εύρωστος - και μπορούσε πνευματικά να μεγαλουργεί, παρά τα πολιτικά και οικονομικά προβλήματα του κράτους. Άλλη μια απόδειξη λοιπόν του πόσο καταστροφική υπήρξε η τουρκική κατάκτηση, που ανέκοψε βίαια όλη αυτήν την αναγεννητική του πορεία και τον έριξε για πολλούς αιώνες στο πιο βάρβαρο και βαθύ σκοτάδι.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου